blog

‘Δοκίμιο στην Ευτυχία’ του Αναστάση Μαρασλή.

Εγώ θέλω να είμαι ευτυχισμένος’ τον άκουσε να λέει σαν επιχείρημα και η σκέψη του για δευτερόλεπτα ανέτρεξε στα αρχεία της μνήμης του για να ανασύρει τον ορισμό και την σημασία της λέξης ‘ευτυχία’.

Αυτή ήταν η πρώτη φορά που συνειδητοποίησε ότι δεν γνώριζε ακριβώς την σημασία αυτής της αόριστης λέξης και ένιωσε σύγχυση. Μέχρι τότε είχε συνδέσει την ευτυχία με την επιτυχία. Γι αυτόν τον έξυπνο άνθρωπο όμως ευτυχία ήταν κάτι άλλο.

Η συζήτησή τους γινόταν σε έντονο ύφος, Άνοιξη, περασμένες έντεκα, πριν δέκα χρόνια, στα γραφεία της Ακτής Μιαούλη, μιας εταιρίας που είχαν συστήσει μαζί, πάνω σε δική του νεωτεριστική ιδέα.

Έλληνας, φιλόδοξος και αυτοδημιούργητος αυτός, μαζί με Αμερικανούς ευκατάστατους συνεταίρους.

Εκείνο το πρωινό δεν άντεξε άλλο και έκανε την παρατήρηση στον Αμερικανό συνέταιρό του, σε φιλικό ύφος. Θεωρούσε μη αποδεκτή την ώρα προσέλευσής του στο γραφείο και την πολύ χαλαρή συμπεριφορά του στον χώρο της εργασίας τους. Έδινε του είπε το κακό παράδειγμα στους υπαλλήλους τους.

Την εποχή εκείνη ο Αντρέας εργαζόταν δώδεκα και δεκατέσσερις ώρες την ημέρα, καθημερινά, σε ένα άκρως ανταγωνιστικό περιβάλλον.

Η λέξη επιτυχία ήταν κολλημένη σαν τσίχλα στο μυαλό του από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Ήταν το κίνητρό του. Γι εκείνον ευτυχία ήταν να είναι επιτυχημένος, στην δουλειά του, και να τον αναγνωρίζουν.

Ποτέ πριν ξανά δεν είχε ρωτήσει τον εαυτό του τι είναι ευτυχία και δεν θεωρούσε σοβαρό ή λογικό να πιστεύει κανείς σε ουτοπικά θέματα.

Όταν ήταν παιδί είχε ακούσει πολλές φορές από την μητέρα του να λέει πως ‘η ζωή είναι ένας αγώνας’ και είχε δει γύρω του πολύ δυστυχία και πόνο να διαλύει τις ελάχιστες στιγμές ευτυχίας, αν αυτή υπήρχε.

 

Οχτώ χρόνια κρατούσε στο συρτάρι του, το πούρο που του είχε χαρίσει ο αείμνηστος πατέρας του, λίγο πριν πεθάνει. Το κράταγε σαν θησαυρό για να το καπνίσει όταν θα ένιωθε ότι ήταν πραγματικά ευτυχισμένος. Πολλές επιτυχίες είχαν καταγραφεί στο επαγγελματικό και κοινωνικό στάτους του Αντρέα από τότε. Επιτυχίες που κάποιοι δεν θα τολμούσαν ούτε καν να ονειρευτούν. Όμως ποτέ δεν το έβγαλε να το καπνίσει, αφού δεν γνώριζε με βεβαιότητα πως είναι η ευτυχία. Μέχρι την στιγμή που, μια αίθρια βραδιά, ετοιμαζόταν στο όροφο διαμέρισμά του για βραδινή έξοδο. Οι πόρτες της βεράντας ήταν ανοιχτές και ένα ελαφρύ θαλασσινό αεράκι έμπαινε στο υπνοδωμάτιό του. Ετοιμαζόταν να πάει να συναντήσει την παρέα του σε ένα από τα πιο ιν και μοδάτα κλαμπ της εποχής εκείνης για να διασκεδάσουν.

Όμως ένιωθε ένα απροσδιόριστο, ανεξήγητο κενό και μόνος, παρότι είχε πετύχει τόσα πολλά και είχε αποκτήσει ότι επιθυμούσε.

Εντελώς ανεξήγητα άνοιξε ένα ντουλάπι και τράβηξε ένα συρτάρι που κρατούσε κάποια αναμνηστικά προσωπικά είδη του πατέρα του μαζί με το πούρο. Δίστασε για μια στιγμή αλλά σκέφτηκε ‘αν όχι τώρα πότε? Έχω ότι επιθυμούσα και αισθάνομαι χάλια, ίσως αυτή η στιγμή να μην έλθει ποτέ, γι αυτό θα το κάνω τώρα’.

Έφτασε στο κλαμπ με την ανοιχτή πόρσε και ο παρκαδόρος πήρε το αμάξι και το έβαλε σε περίοπτη θέση μπροστά στο κλάμπ παρέα με άλλα φετιχ αμάξια.

Μπήκε με γρήγορο βηματισμό και χαιρέτισε με ένα νεύμα τον πορτιέρη που του άνοιξε την πόρτα. Σε λίγα λεπτά ήταν καθισμένος στο τραπέζι τους θλιμμένος ενώ οι υπόλοιποι ήταν όλοι όρθιοι και χόρευαν στον ήχο της εκκωφαντικής μουσικής. Έβγαλε από την τσέπη του πουκαμίσου του το πούρο και άνοιξε προσεκτικά την διάφανη ζελατίνη που ήταν τυλιγμένο.

Το πούρο διαλύθηκε!

Τα φύλα καπνού που ήταν τυλιγμένο είχαν ξεραθεί τα χρόνια που πέρασαν και διαλύονταν με το που το ξετύλιξε και το έπιασε στα χέρια του! Θύμωσε με τον εαυτό του που δεν το είχε καπνίσει νωρίτερα και που ανέβαλλε διαρκώς την απόλαυσή του για την στιγμή που θα ένιωθε ευτυχισμένος. Και τώρα ένιωθε απογοήτευση που είχε προδώσει τον εαυτό του και είχε υποτιμήσει όλες εκείνες τις στιγμές που ένιωθε χαρούμενος.

Καταλάβαινε μέσα από αυτό το μάθημα που του έδινε ο πατέρας του, για μια φορά ακόμα πως, η χαρά είναι ευτυχία. Συνειδητοποιούσε πως είχε ήδη υπάρξει άπειρες φορές χαρούμενος και ευτυχισμένος. Καταλάβαινε επιτέλους πως η ευτυχία δεν είχε συγκεκριμένη συνταγή αλλά ήταν ένα συναίσθημα χαράς που ήταν σχετικό και υποκειμενικό για τον καθένα. Κατάλαβε πως υποτιμώντας τις μικρές στιγμές χαράς που ένιωθε απομακρυνόταν από την ευτυχία. Και τώρα σαν να άνοιξε ένα παράθυρο στον ουρανό φωτίστηκε η σκέψη του και αναγνώρισε την Ευτυχία για πρώτη φορά και αποφάσισε να την έχει καθημερινή προσκεκλημένη του. Άνοιξε την πόρτα σε αυτήν και την έβαλε μέσα στην ζωή του σε μια στιγμή.

Αποφάσισε να μην περιορίζει την επίσκεψη της ευτυχίας μόνο μέσα από την επιτυχία αλλά μέσα από οτιδήποτε τον έκανε να νιώθει ζωντανός. Ο Ανδρέας άλλαξε αυτοστιγμεί τα πιστεύω του για την ευτυχία. Η αλλαγή είχε γίνει μέσα του και μια περιοριστική πεποίθηση είχε σπάσει σε χιλιάδες κομμάτια. Ο Ανδρέας δεν θα ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος, κάθε πρωί θα ξυπνούσε τραγουδώντας καλωσορίζοντας την Ευτυχία ζωντανός, υγιής, έτοιμος να χαρεί με το χαμόγελο και τις φωνούλες των παιδιών του, την ανάσα της συντρόφου του δίπλα στο προσκέφαλό του, τον ήλιο να χαϊδεύει το πρόσωπό του στους πρωινούς του περιπάτους δίπλα στην θάλασσα, στις συζητήσεις του με τους καρδιακούς του φίλους, στην ανάγνωση ενός ευχάριστου καλού βιβλίου, στο άκουσμα μιας μελωδίας, στην απόλαυση ενός πρωινού αχνιστού καφέ. Ναι, η ευτυχία για τον Αντρέα είναι παντού αλλά και για σένα, αν θέλεις να την συναντήσεις χωρίς όρους και αυστηρές προϋποθέσεις!

About the author

Relative Posts